Tρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για αξιώσεις του μισθωτού που πηγάζουν από άκυρη καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Διακοπή της προθεσμίας σε περίπτωση άσκησης αγωγής για αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας.
- Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας", προκύπτει ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με τη θέσπιση αυτής, έγκειται στην ανάγκη άρσεως κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως καθώς και στην ανάγκη εκκαθαρίσεως, μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία για να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες για τον εργοδότη συνέπειες (ΟλΑΠ 1338/1985). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία, με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται, με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας είτε με την προβολή σχετικής ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται είτε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του εργοδότη προς διασφάλιση των αξιώσεων του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, είτε να υποχρεωθεί ο εργοδότης να δέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ενόψει του ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιέχει δικαστική άσκηση της αξιώσεως και δεν εισάγει προς οριστική διάγνωση τη διαφορά, ώστε με την άσκησή της να αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν στην εν λόγω αίτηση ενσωματώνεται και η κυρία αγωγή, αφού με τον τρόπο αυτόν η αγωγή αποτελεί περιεχόμενο της αιτήσεως και όχι αυτοτελές δικόγραφο η δε επίδοση της αιτήσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιδόσεως και της αγωγής ώστε να θεωρείται η τελευταία ως ασκηθείσα.
- Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας", προκύπτει ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με τη θέσπιση αυτής, έγκειται στην ανάγκη άρσεως κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως καθώς και στην ανάγκη εκκαθαρίσεως, μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία για να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες για τον εργοδότη συνέπειες (ΟλΑΠ 1338/1985). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία, με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται, με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας είτε με την προβολή σχετικής ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται είτε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του εργοδότη προς διασφάλιση των αξιώσεων του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, είτε να υποχρεωθεί ο εργοδότης να δέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ενόψει του ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιέχει δικαστική άσκηση της αξιώσεως και δεν εισάγει προς οριστική διάγνωση τη διαφορά, ώστε με την άσκησή της να αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν στην εν λόγω αίτηση ενσωματώνεται και η κυρία αγωγή, αφού με τον τρόπο αυτόν η αγωγή αποτελεί περιεχόμενο της αιτήσεως και όχι αυτοτελές δικόγραφο η δε επίδοση της αιτήσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιδόσεως και της αγωγής ώστε να θεωρείται η τελευταία ως ασκηθείσα.
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:
Διατάξεις:
AK: 261,
Νόμοι: 3198/1955 άρθ. 6, ΚΥΡΙΑΚΗΑριθμός 1518/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα ΧΧΧΧ, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία ΧΧΧΧΧ, Χρήστο ΧΧΧΧΧ, Σπυρίδωνα ΧΧΧ και Ζήση ΧΧΧΧΧ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΧΧΧΧΧΧΧ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο ΧΧΧΧ και Ελένη ΖΧΧΧΧΧ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1561/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3625/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 11-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας", προκύπτει ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με τη θέσπιση αυτής, έγκειται στην ανάγκη άρσεως κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως καθώς και στην ανάγκη εκκαθαρίσεως, μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία για να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες για τον εργοδότη συνέπειες (ΟλΑΠ 1338/1985). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία, με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται, με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας είτε με την προβολή σχετικής ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται είτε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του εργοδότη προς διασφάλιση των αξιώσεων του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, είτε να υποχρεωθεί ο εργοδότης να δέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ενόψει του ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιέχει δικαστική άσκηση της αξιώσεως και δεν εισάγει προς οριστική διάγνωση τη διαφορά, ώστε με την άσκησή της να αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν στην εν λόγω αίτηση ενσωματώνεται και η κυρία αγωγή, αφού με τον τρόπο αυτόν η αγωγή αποτελεί περιεχόμενο της αιτήσεως και όχι αυτοτελές δικόγραφο η δε επίδοση της αιτήσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιδόσεως και της αγωγής ώστε να θεωρείται η τελευταία ως ασκηθείσα. Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Η από 19-3-2005 αγωγή, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτοντας ότι, όντας υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, απολύθηκε από αυτήν στις 14-2-2003 ακύρως για τους εκτιθέμενους λόγους, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού και να του καταβάλει το ποσό των 12.529 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 3-7-2003, ήτοι μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, η οποία και δε διακόπηκε με την επίδοση στις 24-3-2003 της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του), και τη συνεπίδοση με αυτήν και της ενσωματωθείσας κυρίας (δηλαδή της ένδικης) αγωγής, που είχε ήδη κατατεθεί. Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη την εν λόγω αγωγή καθώς και την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί διακοπής της τρίμηνης προθεσμίας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 14 του αυτού άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος καθόσον ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, όπως είναι η προαναφερόμενη του άρθρου 6 Ν. 3198/1955, με την οποία θεσμοθετείται αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής για αξιώσεις που πηγάζουν από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, χωρίς τούτο να προβληθεί από την εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη με λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 8 και όχι 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, διότι, λόγω του εκ του άρθρου 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι μη νόμιμη ή απαράδεκτη και είχε γίνει πρωτοδίκως κατ' ουσίαν δεκτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις εν λόγω ελλείψεις, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εναγόμενος. Στην προκειμένη δε περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της, όπως από αυτήν προκύπτει, ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και κατά συνέπεια ορθώς το Εφετείο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεώς της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3625/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
AK: 261,
Νόμοι: 3198/1955 άρθ. 6, ΚΥΡΙΑΚΗΑριθμός 1518/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα ΧΧΧΧ, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία ΧΧΧΧΧ, Χρήστο ΧΧΧΧΧ, Σπυρίδωνα ΧΧΧ και Ζήση ΧΧΧΧΧ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΧΧΧΧΧΧΧ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο ΧΧΧΧ και Ελένη ΖΧΧΧΧΧ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1561/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3625/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 11-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με την οποία ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας", προκύπτει ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με τη θέσπιση αυτής, έγκειται στην ανάγκη άρσεως κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως καθώς και στην ανάγκη εκκαθαρίσεως, μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία για να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες για τον εργοδότη συνέπειες (ΟλΑΠ 1338/1985). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία, με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίστανται, με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας είτε με την προβολή σχετικής ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται είτε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του εργοδότη προς διασφάλιση των αξιώσεων του εργαζομένου για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, είτε να υποχρεωθεί ο εργοδότης να δέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ενόψει του ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιέχει δικαστική άσκηση της αξιώσεως και δεν εισάγει προς οριστική διάγνωση τη διαφορά, ώστε με την άσκησή της να αίρεται η αβεβαιότητα σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν στην εν λόγω αίτηση ενσωματώνεται και η κυρία αγωγή, αφού με τον τρόπο αυτόν η αγωγή αποτελεί περιεχόμενο της αιτήσεως και όχι αυτοτελές δικόγραφο η δε επίδοση της αιτήσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιδόσεως και της αγωγής ώστε να θεωρείται η τελευταία ως ασκηθείσα. Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Η από 19-3-2005 αγωγή, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτοντας ότι, όντας υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, απολύθηκε από αυτήν στις 14-2-2003 ακύρως για τους εκτιθέμενους λόγους, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού και να του καταβάλει το ποσό των 12.529 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 3-7-2003, ήτοι μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, η οποία και δε διακόπηκε με την επίδοση στις 24-3-2003 της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων (με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του), και τη συνεπίδοση με αυτήν και της ενσωματωθείσας κυρίας (δηλαδή της ένδικης) αγωγής, που είχε ήδη κατατεθεί. Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως απαράδεκτη την εν λόγω αγωγή καθώς και την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί διακοπής της τρίμηνης προθεσμίας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 14 του αυτού άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος καθόσον ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, όπως είναι η προαναφερόμενη του άρθρου 6 Ν. 3198/1955, με την οποία θεσμοθετείται αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής για αξιώσεις που πηγάζουν από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, χωρίς τούτο να προβληθεί από την εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη με λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 8 και όχι 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, διότι, λόγω του εκ του άρθρου 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι μη νόμιμη ή απαράδεκτη και είχε γίνει πρωτοδίκως κατ' ουσίαν δεκτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις εν λόγω ελλείψεις, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εναγόμενος. Στην προκειμένη δε περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της, όπως από αυτήν προκύπτει, ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και κατά συνέπεια ορθώς το Εφετείο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεώς της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3625/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου