Απόφαση 775 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 775/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο …" που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αυγουστίνου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 3)Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 4)Π. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 5)Ε. Μ. του Π., 6)Β. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 7)Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1736/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7197/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 9/6/2015 αίτησή του και τους από 18/12/2015 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του 569 παρ. 2 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. H προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της κρινόμενης από 9.6.2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7197/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύδεται από τις αναιρεσίβλητες, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Μπέη (βλ. την σχετική επισημείωση του γραμματέα του Αρείου Πάγου στο φάκελο της δικογραφίας). Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, με την από 30.6.2015 πράξη του όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Β2 Πολιτικό Τμήμα, ο δε Πρόεδρος του εν λόγω τμήματος, με την από 25.8.2015 πράξη του όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης την 19.1.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 17.5.2016 και ακολούθως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Το αναιρεσείον με το από 18.12.2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στο γραμματέα του Αρείου Πάγου την 18.12.2015 (αριθμ. κατ. ...18.12.2015), ζητούν την αναίρεση τις προσβαλλόμενης απόφασης και για τους αναφερομένους σ’ αυτό προσθέτους λόγους. Από την υπ’ αριθμ. .../18.12.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον δικηγόρο Ευάγγελο Μπέη, που ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά, για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητες με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν την 29.12.2016, δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση είναι αβάσιμα.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 126/2015, 885/2014,181/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (1). "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α’ ). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (15). Εξάλλου, κατά το π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" (άρθρο 2). "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5). "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας. Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευομένου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ολ. ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014). Κατά το άρθρο δε 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Ακόμη σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, 885/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 126/2015, 127/2015, 128/2015,1073/2014). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 4.3.2011 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, εξέθεταν ότι με τα συμφωνητικά συνεργασίας που συνήφθησαν εντός του θέρους του 2007, μεταξύ αφ’ ενός του ΟΑΕΔ, αφ’ ετέρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Σερρών" και εκ τρίτου μιας εκάστης των εναγουσών, οι τελευταίες προσλήφθηκαν, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), με βάση σχετική απόφαση του ΟΑΕΔ, στο εν λόγω νοσοκομείο, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών, με αμοιβή υπολογιζόμενη ανά μήνα σε 30 ευρώ ημερησίως, για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και σε 25 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΙΕΚ, ΤΕΛ κλπ κατόπιν χρηματοδοτήσεως του ΟΑΕΔ. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσελήφθησαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν όμοια με των άλλων υπαλλήλων, έφερε δηλαδή χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκαν ως μαθητευόμενες αλλά απασχολήθηκαν, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, η πρώτη στη γραμματεία αποτελεσμάτων μικροβιολογικών εξετάσεων, η δεύτερη στο τμήμα αιμοληψίας, η τρίτη στο γραφείο προσωπικού, η τέταρτη στο τμήμα προμηθειών, η πέμπτη στο τμήμα διαχείρισης αναλώσιμου υλικού, η έκτη στο τμήμα αιμοληψίας και η έβδομη στο τμήμα προμηθειών. Ότι με δεύτερη σχετική σύμβαση, που υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω, απασχολήθηκαν επίσης από 30.4.2009 έως 30.10.2010 και με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στις ίδιες θέσεις, επίσης με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ. Ότι στην πραγματικότητα οι εν λόγω (δεύτερες) συμβάσεις έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω εναγόμενου και από τη φύση των συμβάσεών τους, δεν δικαιολογείτο η ορισμένη διάρκεια αυτών. Ότι ενόψει της λήξεως του συμφωνημένου χρόνου, το εναγόμενο τους δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής την εργασία τους. Ότι εφόσον παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτή των τακτικών υπαλλήλων, έπρεπε να αμείβονται και με τους αντίστοιχους μισθούς. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, τόσον από τη πρώτη όσο και από τη δεύτερη σύμβαση, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως διαφορά, μεταξύ των όσων τους κατεβλήθησαν (σύμφωνα με τη σύμβαση, ως μαθητευομένων) και των όσων, σύμφωνα με την έγκυρη σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε, όφειλε κατά νόμο να τους καταβάλει, άλλως κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, άλλως και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει τα ως άνω χρηματικά ποσά σε μόνιμους υπαλλήλους, που, διαφορετικά, θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε μία από τις ενάγουσες, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για ηθική βλάβη λόγω της, από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, προσβολής της προσωπικότητάς τους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα, γ) να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που συνδέει τις ενάγουσες με το εναγόμενο είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσης τους, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερομένη σε αυτό εργασία, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για την περίπτωση αρνήσεως του να συμμορφωθεί στην σχετική απόφαση και ε) εντελώς επικουρικά ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλλει την οφειλόμενη αποζημίωση λόγω απολύσεως τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αλλά και με τις προτάσεις οι εναγόμενες παραιτήθηκαν από το καταψηφιστικό αίτημα περί καταβολής της διαφοράς αποδοχών που απορρέουν από τη πρώτη εργασιακή σύμβαση, το οποίο αίτημα μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό, ενέμειναν δε στο καταψηφιστικό αίτημα, όσον αφορά τις διαφορές αποδοχών εκ της δευτέρας εργασιακής σύμβασης. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του εναγομένου, που είχε ασκήσει την έφεση, δικάζοντας, ακολούθως την αγωγή, απέρριψε αυτή κατά το υπό στοιχείο α’ αίτημά της κατά το μέρος του που αναφερόταν σε έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλως στην αρχή της ισότητας, άλλως στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, καθώς και ως προς τα υπό στοιχεία β’ , γ’ και δ’ αιτήματά της, ως μη νόμιμη, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο α’ αίτημά της κατά το μέρος του με το οποίο εζητούντο οι διαφορές μεταξύ αυτών που τους καταβλήθηκαν και όσων θα υποχρεούτο το εναγόμενο να καταβάλει σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όσον αφορά τις βασικές αποδοχές και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που τα προβλέπουν, όσον αφορά τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και άδειας και την εξέτασε στη συνέχεια κατ’ ουσίαν κατά το τελευταίο αυτό μέρος της, για το οποίο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Μετά την έκδοση της με αριθμό 30391/5.3.2007 κοινής απόφασης των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ακολούθησε απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, με την οποία καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν.2639/1998, πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΤΕΕ. Εν συνεχεία, με τα συμφωνητικά συνεργασίας που συνήφθησαν μεταξύ αφ’ ενός του ΟΑΕΔ, αφ’ ετέρου του εκκαλούντος (εναγόμενου) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "... και εκ τρίτου μιας εκάστης των εφεσίβλητων - εναγουσών εντός του θέρους του 2007, σε διαφορετικές ημερομηνίες για κάθε μια (24.7.2007, 7.6.2007, 14.6.2007, 7.6.2007, 10.8.2007, 7.6.2007, 24.7.2007 αντίστοιχα), οι τελευταίες προσλήφθησαν στο πλαίσιο του ως άνω σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο εν λόγω νοσοκομείο, για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών, με αμοιβή υπολογιζόμενη ανά μήνα σε 30 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και σε 25 ευρώ ημερησίως για πτυχιούχους ΙΕΚ, ΤΕΛ κ.λπ. κατόπιν χρηματοδοτήσεως του ΟΑΕΔ. Εξάλλου προέκυψε ότι στην πραγματικότητα αν και προσελήφθησαν, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η απασχόλησή τους ήταν παρόμοια με των άλλων υπαλλήλων, έφερε δηλαδή τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα η πρώτη στη γραμματεία αποτελεσμάτων μικροβιολογικών εξετάσεων, η δεύτερη στο τμήμα αιμοληψίας, η τρίτη στο γραφείο προσωπικού η τέταρτη στο τμήμα προμηθειών, η πέμπτη στο τμήμα διαχείρισης αναλώσιμου υλικού, η έκτη στο τμήμα αιμοληψίας και η έβδομη στο τμήμα προμηθειών. Εν συνεχεία, με δεύτερη σχετική σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω, οι ενάγουσες εφεσίβλητες απασχολήθηκαν επίσης από 30.4.2009 έως 30.10.2010, στις ίδιες θέσεις, πάντα με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ. Καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους στο "...", όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, όπως ρητά αναφέρεται στις προσκομιζόμενες με αριθμό πρωτοκόλλου .../8.1.2010 βεβαιώσεις του νοσοκομείου, εργαζόμενες κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, πέντε ημέρες την εβδομάδα, εξυπηρετώντας πάγιες ανάγκες και υποκείμενες στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του Νοσοκομείου, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι’ αυτές, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής εργασίας τους, από την οποία και αποκόμιζε ωφέλεια το εν λόγω ν.π.δ.δ., ενώ αμείβονταν μηνιαίως από τον ΟΑΕΔ με ημερομίσθιο, ανερχόμενο καθαρά σε 27,77 ευρώ για τους πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης και σε 23,14 ευρώ για τους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ήταν αυτός της παροχής εργασίας από τις ενάγουσες προς το Νοσοκομείο και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρατεθείσες με όμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις μαθητείας.
Συνεπώς νόμιμος τυγχάνει ο επικουρικός αγωγικός ισχυρισμός, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο, οι συμβάσεις αυτές, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνταν να λαμβάνουν, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, και το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ. και 905 επ. Α.Κ. Περαιτέρω η αμοιβή - μισθός που ελάμβαναν οι ενάγουσες, τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης που διήρκησε μέχρι το Μάρτιο του 2009, όσο και κατά τη διάρκεια της δεύτερης σύμβασης υπολείπεται του νομίμου, ενώ δεν ελάμβαναν δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, επίδομα αδείας... Διατηρούνται συνεπώς οι αξιώσεις των εναγουσών που απορρέουν από τις μισθολογικές διαφορές και τα επιδόματα αδείας και δώρα εορτών του έτους 2009 που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι σε παρόμοιες θέσεις υπάλληλοι, από την έναρξη της δεύτερης σύμβασης (30.4.2009) και εντεύθεν και του έτους 2010 μέχρι τη λήξη της σύμβασης με τα ποσά που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι σε παρόμοιες θέσεις υπάλληλοι και τα οποία το εκκαλούν δεν αμφισβήτησε. Ειδικότερα: Α) όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, καταρτίσθηκε η 2η σύμβαση της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 4.257,30 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) Ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ=1.367 ευρώ μηνιαίως Χ 8 μήνες = 10.936 ευρώ, β) επίδομα αδείας 375,49 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.124,60 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.124,60 - 4.257,30 = 7.867,30 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ= 1367 μηνιαίως Χ 10 μήνες = 13.670 ευρώ, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων 486,17 ευρώ και συνολικά 14.749,07 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 14.749,07 - 4.835,73 = 9.913,35 ευρώ και συνολικά 17.780,64 ευρώ. Β) όσον αφορά την δεύτερη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010, Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.378,07 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 53 ευρώ = 1.420 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 1.360 ευρώ, β) επίδομα αδείας 280,91 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.454,02 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.454,02 - 3.378,07 = 9.075,95 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 53 ευρώ = 1.420 Χ 10 = 14.200, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 486,17 ευρώ και συνολικά 15.279,07 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 15.279,07 -4.835,73 = 10.443,29 ευρώ και συνολικά 19.519,24 ευρώ. Γ) όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 721,88 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 344,52 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.287,23 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13,287,23 - 721,88 = 12.565,35 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 6 = 9.018, και για τους λοιπούς 4 μήνες 1005 + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1551 Χ 4 μήνες =6.204, ήτοι σύνολο 9.018 + 6.204 = 15.222 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 576,86 ευρώ και συνολικά 16.468,76 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.468,76 - 5.747,35 = 10.721,41 ευρώ και συνολικά 23.286,76 ευρώ. Δ) όσον αφορά την τέταρτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 29.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.376,03 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 317,40 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.260,11 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13,260,11 - 3.776,03 = 9.484,08 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 10 = 15.030 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 549,31 ευρώ και συνολικά 16.249,21 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.249,21 - 5.747,35 = 10.501,86 ευρώ και συνολικά 19.985,94 ευρώ. Ε) όσον αφορά την πέμπτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 14.5.2009 και διήρκησε από 25.5.2009 μέχρι 25.11.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 3.748,28 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.229,07 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1,438μηνιαίως Χ 7 μήνες = 10.066 ευρώ, β) επίδομα αδείας 331,73 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 719,95 ευρώ και συνολικά 11.117,68 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 11.117,68 - 3.748,28 = 7.369,40 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438 Χ 11 =15.818, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 551,38 ευρώ και συνολικά 16,962,28 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.962,28 - 5.229,07 = 11.733,21 ευρώ και συνολικά 19.102,61 ευρώ. ΣΤ) όσον αφορά την έκτη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβαση της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 5.025,46 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 5.747,35 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ = 1.503 μηνιαίως Χ 8 μήνες = 12.024 ευρώ, β) επίδομα αδείας 395,55 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 918,71 ευρώ και συνολικά 13.338,26 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 13/338,26 - 5.025,46 = 8.312,80 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός (για έξι μήνες) 957 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ + ειδική πα¬ροχή 176 ευρώ = 1.503 Χ 10 = 15.030 ευρώ, β) επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 334,95 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 549,31 ευρώ και συνολικά 16.249,21 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 16.249,21 -5.747,35 = 10.501,86 ευρώ και συνολικά 18.814,66 ευρώ. Ζ) όσον αφορά την έβδομη ενάγουσα, καταρτίστηκε η 2η σύμβασή της με το εκκαλούν ν.π.δ.δ. την 3.4.2009 και διήρκησε από 30.4.2009 μέχρι 30.10.2010. Η ανωτέρω έλαβε το έτος 2009 συνολικά ως αμοιβή το ποσόν των 4.257,30 ευρώ και το έτος 2010 έλαβε συνολικά 4.835,73 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά υπολείπονταν των νομίμων και συγκεκριμένα το έτος 2009 έπρεπε να λάβει: α) ως μηνιαίο μισθό : νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438μηνιαίως Χ 8 μήνες = 11.504 ευρώ, β) επίδομα αδείας 340,20 ευρώ και γ) δώρο Χριστουγέννων 813,11 ευρώ και συνολικά 12.657,31 ευρώ.
Συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 12.657,31 - 4.257,30 = 8.400,01 ευρώ. Το έτος 2010 δικαιούνταν να λάβει α) ως μηνιαίο μισθό: νόμιμος μισθός 847 ευρώ + νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ + κίνητρο απόδοσης 64 ευρώ + ειδική παροχή 176 ευρώ + οικογενειακή παροχή 71 ευρώ = 1.438 Χ 10 = 14.380, β) επίδομα αδείας 296,45 ευρώ, γ) δώρο Πάσχα 296,45 ευρώ και δ) δώρο Χριστουγέννων (μειωμένο κατά 30 %) 486,17 ευρώ και συνολικά 15.459,07 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά 15.459,07 - 4.835,73 = 10.623,34 ευρώ και συνολικά 19.023,35 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού εν τω μεταξύ απέρριψε κατ’ ουσίαν το μέρος της αγωγής που αφορούσε την πρώτη από τις δύο περιόδους απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος της που αφορούσε το χρονικό διάστημα που ίσχυσε η δεύτερη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ( από 25.5.2009 μέχρι 25.11.2010 για την πέμπτη και από 30.4.2009 έως 30.4.2010 για τις λοιπές) και επιδίκασε συνολικά στην πρώτη αναιρεσείουσα 17.780,64 ευρώ, στη δεύτερη 19.519,24 ευρώ, στην τρίτη 23.286,76 ευρώ, στην τέταρτη 19.985,94 ευρώ, στη πέμπτη 19.102,61 ευρώ, στην έκτη 18.814,66 ευρώ και στην έβδομη 19.023,35 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 30391/5.3.2007 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, 21 του ν. 2190/1994, 3,5,6 και 7 του π.δ. 164/2004, 648 επ. 174, 180, και 904, 905 επ. ΑΚ.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς μοναδικός του κυρίου δικογράφου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αναφερόμενες στον λόγο του κυρίου δικογράφου αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 4, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 3,5,6 και 7 του π.δ. 164/2004, 8 παρ. 1 και 3 του ν 2112/1920 με το να δεχθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι αναιρεσείουσες δικαιούνται τις ένδικες αξιώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του πώς οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έχουν την μορφή εγκύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται τις με την αγωγή προβαλλόμενες αξιώσεις τους με βάση τις περί ισότητος διατάξεις του Συντάγματος, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 152/2015, 26/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στην προσβαλλομένη απόφασή του, θεμελίωσε την κρίση του ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι σύμβαση μαθητείας στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, στην παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, εντός του θέρους του 2007, σε διαφορετικές ημερομηνίες για κάθε μια από τις αναιρεσίβλητες (24.7.2007, 7.6.2007, 14.6.2007, 7.6.2007, 10.8.2007, 7.6.2007, 24.7.2007 αντίστοιχα), εκτιμώντας ότι από τις συμβάσεις αυτές προκύπτει πως "προέχων σκοπός τους ήταν αυτός της παροχής εργασίας από τις ενάγουσες προς το Νοσοκομείο και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα μέρη, συνιστούν δε αυτές επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρατεθείσες με όμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις μαθητείας". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι οι μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων συμβάσεις, ήταν στην ουσία άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις μαθητείας στηρίχθηκε σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι αποκλειστικά ή κυρίως στις εν λόγω έγγραφες συμβάσεις. O από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, ενώ αντιθέτως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα μέσα (AΠ 1424/2015, 2011/2013, 964/2013). Εξάλλου από την διάταξη του εδαφίου α’ της παρ.1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη (AΠ 120/2016, 311/2010, 691/2007), τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών, με εξαίρεση τη δικαστική ομολογία (ΑΠ 2011/2013, 311/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλομένη απόφαση του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί του ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις μαθητείας και ότι καθόλο το χρονικό διάστημα οι αναιρεσίβλητες παρείχαν την εργασία τους στο "...", όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εργαζόμενες κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, πέντε ημέρες την εβδομάδα, εξυπηρετώντας πάγιες ανάγκες και υποκείμενες στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμόδιων οργάνων του Νοσοκομείου, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι’ αυτές, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής εργασίας τους, από την οποία και αποκόμιζε ωφέλεια τo εν λόγω ν.π.δ.δ., ενώ αμείβονταν μηνιαίως από τον ΟΑΕΔ με ημερομίσθιο, ανερχόμενο καθαρά σε 27,77 ευρώ για τους πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσής και σε 23,14 ευρώ για τους δευτεροβάθμια εκπαίδευσής, έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες με αριθμό πρωτοκόλλου .../8.1.2010 βεβαιώσεις του νοσοκομείου, τις οποίες θεώρησε ως μεγαλύτερης αποδεικτικής δύναμης ενώ είναι αμφιβόλου αποδεικτικής δύναμης, διότι αφενός δεν αναφέρουν ούτε καν τον λόγο για τον οποίο εξεδόθησαν, ούτε βέβαια ποια χρήση προοριζόταν να γίνει των εγγράφων αυτών και έχουν όλες το ίδιο αόριστο και ασαφές περιεχόμενο και μάλιστα έχουν εκδοθεί πέραν της αρμοδιότητας του διοικητή να υπογράφει τέτοιες βεβαιώσεις, αφού κατά τον κανονισμό του νοσοκομείου πρέπει να χορηγούνται από τη διεύθυνση διοικητικού- τμήμα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, μόνο δε ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να εκληφθούν και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανταποδείξουν τα όσα ρητά αναφέρονται στα συμφωνητικά που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε η ένδικη υπόθεση, όπου το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με εξαίρεση την ομολογία, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση, αφετέρου δε διότι με αυτόν μέμφεται το Εφετείο όχι διότι προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν έχουν ή δεν τους προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την έχουν κατά νόμο, αλλά ότι τα έκρινε περισσότερο αξιόπιστα, από τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει, από 1.1.2004, η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να την λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005 ούτε με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ολ. ΑΠ 16/2015). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή των 176 ευρώ περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησης τους, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι όμως και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 8 του ν. 3205/2003). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων τακτικό επίδομα (νοσοκομειακό επίδομα). Το επίδομα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες απασχόλησης του προσωπικού των νοσοκομείων ενώ η επίδικη ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται, κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη και ως εκ τούτου οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 1393/2013, 974/2013). Τακτική παροχή που δεν συμψηφίζεται με την παροχή των 176 ευρώ είναι και το κίνητρο απόδοσης που προβλέπεται στο άρθρο 12 του ν. 3205/2003 και μόνο η αύξηση του κινήτρου απόδοσης κατά ρητή πρόβλεψη (24 παρ. 2 του νόμου 3205/2003) συμψηφίζεται με την εν λόγω παροχή. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επιδίκασε σ’ αυτές την ειδική παροχή των 176 ευρώ, το νοσοκομειακό επίδομα και το κίνητρο απόδοσης στο ύψος που αυτό προβλέπεται από το άρθρο 12 του ν. 3205/2003, παροχές που λάμβανε νομίμως, όπως δεν αμφισβητείται, το τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος και θα λάμβαναν και αυτοί που θα προσλαμβάνονταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας για να εργασθούν στις θέσεις που εργάσθηκαν οι αναιρεσίβλητες, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, ο τέταρτος δε πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον , ως ηττηθέν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.6.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ....6.2015, αίτηση καθώς και τους από 18 Δεκεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους τoυ Γενικού Νοσοκομείου … κατά των: α)Χ. Κ., β)Α. Α., γ)Α. Β., δ)Π. Ι., ε)Ε. Μ., στ)Β. Τ. και ζ)Ε. Α., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 7197/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ