NEA

Δικηγορικά νέα και άλλα…

translate flags

English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Πώς υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές αμειβομένων με «μπλοκάκι»

Σύγχυση και ανησυχία σε χιλιάδες εργαζομένους ασφαλισμένους με δελτίο παροχής υπηρεσιών έχουν προκαλέσει οι διατάξεις του πρόσφατου ασφαλιστικού νόμου. Η πρόβλεψη υποχρέωσης για τον εργοδότη να καταβάλει τα 2/3 των εισφορών των ασφαλισμένων με δελτίο παροχής υπηρεσιών, για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους θα προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, παρά την αρχική ανακούφιση που προκάλεσε στους εργαζομένους, φαίνεται πως πρακτικά, αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα εφαρμογής. Ηδη, στα λογιστήρια μεγάλων επιχειρήσεων οι διατάξεις των άρθρων του Ν. 4387/2016 που αφορούν την ασφάλιση των ατόμων με «μπλοκάκι» αποτελούν... σπαζοκεφαλιά. Οι απορίες είναι πολλές και εύλογες. Για παράδειγμα, χρησιμοποιείται ο όρος «διαρκής σχέση παροχής υπηρεσιών» που δεν υφίσταται στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία, μέχρι σήμερα.

Ο χρόνος πιέζει, καθώς στο σύνολό τους οι αλλαγές αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2017. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο γνωστός δικηγόρος και εκδότης του περιοδικού «Νομοθεσία ΙΚΑ» Δημήτρης Μπούρλος, ήδη τα ερωτήματα των επιχειρήσεων είναι πολλά και εύλογα, όπως για παράδειγμα, τι γίνεται εάν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας με δύο εργοδότες που καλύπτουν και οι δύο τα 2/3 των εισφορών, κόψει δελτίο παροχής υπηρεσιών και σε κάποιον τρίτο. Επίσης, πώς μπορεί ο εργοδότης – λήπτης των τιμολογίων να υπολογίζει το ύψος των εισφορών που οφείλει να καταβάλει ιδίως κατά τους μήνες που προηγούνται της εκκαθάρισης της φορολογικής τους δήλωσης. Τα κενά του νόμου είναι πολλά και πρέπει άμεσα να διευκρινιστούν με εγκυκλίους από το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας αλλά και από το υπουργείο Οικονομικών, καθώς πολλές ασφαλιστικές διατάξεις έρχονται σε αντιδιαστολή με διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Η «Κ» με τη βοήθεια του κ. Μπούρλου παρουσιάζει σήμερα τα σημεία του νόμου που είναι τα πλέον ξεκάθαρα, καθώς και τα θολά σημεία που χρήζουν διαλεύκανσης.

Αναλυτικά, ως μισθωτοί ως προς τον τρόπο, τη βάση υπολογισμού των εισφορών και το ανώτατο όριο μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, αντιμετωπίζονται τα πρόσωπα για τα οποία θεσπίζεται το τεκμήριο παροχής εξαρτημένης εργασίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών.

Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους περιοδικά έναντι παροχής.
Για όλα τα υπόλοιπα, εφαρμόζονται και γι’ αυτούς οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ.

Η χρήση του όρου «διαρκής σχέση παροχής υπηρεσιών» σύμφωνα με τον κ. Μπούρλο θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αφορά την παροχή υπηρεσιών κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο τουλάχιστον κατά τη διάρκεια ενός έτους και τουλάχιστον προς ένα εργοδότη. Ομως υπάρχει η πιθανότητα μια τέτοια σχέση να υφίσταται προς περισσότερους του ενός εργοδότες. Και τότε, προκύπτει το ερώτημα, μέχρι πόσους εργοδότες μπορεί να αφορά μέσα στη χρονική βάση αναφοράς (π.χ. έτος).
Ασάφειες στην παροχή υπηρεσιών σε 2 εργοδότες
Η διάταξη χρήζει αναδιατύπωσης και ερμηνευτικού προσδιορισμού όλων των ανωτέρω θεμάτων, καθότι πρόκειται για κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών, στους οποίους δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή ως έχουν οι υφιστάμενες διατάξεις του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την πολλαπλή απασχόληση.

Η διάταξη αφορά, επίσης, αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά ή νομικά).

Υψος εισοδήματος

Σε αυτή την περίπτωση, το προβληματικό σημείο αφορά το γεγονός ότι δεν εξετάζεται το ύψος του εισοδήματος που αποκτάται από τον καθένα εκ των εργοδοτών, ενώ δεν προσδιορίζεται και η χρονική περίοδος κατά την οποία απαιτείται η έκδοση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών προς 2 εργοδότες. Εικάζεται μόνο, ότι η χρονική περίοδος θα είναι κάθε ημερολογιακό έτος.

Και βέβαια, δεν διευκρινίζεται ο τρόπος απόδειξης έκδοσης δελτίου παροχής υπηρεσιών σε έως και 2 εργοδότες. Σύμφωνα με τον κ. Μπούρλο, το πιθανότερο είναι να απαιτηθεί εκ μέρους του εργαζομένου υποβολή υπεύθυνης δήλωσης τόσο προς τους εργοδότες (εάν έχει δύο) ή προς τον μοναδικό εργοδότη και στον ασφαλιστικό φορέα περί μη λήψης εισοδήματος από τρίτο εργοδότη.

Στην περίπτωση δε που ο εργαζόμενος αμειφθεί με δελτίο παροχής υπηρεσιών και από τρίτο εργοδότη μέσα στη χρονική βάση αναφοράς (έτος), τότε πιθανότατα θα θεωρείται ότι εσφαλμένα έχει θεωρηθεί η ασφάλισή του ως μισθωτού και οι εισφορές, τόσο οι εργατικές όσο και οι εργοδοτικές θα πρέπει να θεωρηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες και να επιστραφούν.

Υπολογισμός εισφορών

Ως προς τη βάση υπολογισμού των εισφορών για τους αυτοαπασχολούμενους αμειβόμενους με δελτίο σε μέχρι 2 εργοδότες, επισημαίνεται ότι αποτελούν τα ποσά που αναγράφονται στα δελτία, με ανώτερο όριο μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών το δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (5.860,80 ευρώ) για τον κάθε εργοδότη.

Προκειμένου για την εισφορά του ασφαλισμένου που εκδίδει δελτίο σε δύο εργοδότες, το ανώτατο όριο μηνιαίων αποδοχών (5.860,60 ευρώ) εφαρμόζεται στο συνολικό ποσό εισφορών. Για τον κάθε εργοδότη, το ανώτατο όριο μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών υπολογίζεται αυτοτελώς.
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΟΤΕ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΤΑΙ Ο ΜΙΣΘΟΣ ΣΤΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ


Κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί σύμβασης εργασίας, όταν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση, γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω, η δήλη (τελευταία) ημέρα καταβολής των αποδοχών στον εργαζόμενο που αμείβεται με μηνιαίο μισθό, είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. 
Σύμφωνα με το άρθρο 12 της 95 Δ.Σ.Ε που κυρώθηκε με τον Ν.3248/1955, οι αποδοχές καταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά κανονικά χρονικά διαστήματα, εκτός αν υφίστανται ικανοποιητικές συμφωνίες που εξασφαλίζουν την καταβολή των αποδοχών κατά κανονικά χρονικά διαστήματα.

Λαμβάνοντας υπόψη την γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174,178,179 και 679 του ΑΚ, 8 του Ν.2112/1920, 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, 8 παρ.4 του ΝΔ 4020/1959, 8 του Ν.2336/1995 και 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990, ακόμη και να υπάρχει σχετική συμφωνία για την ημερομηνία καταβολής των αποδοχών, αν η συμφωνία αυτή καθορίζει τέτοια ημερομηνία που στην ουσία ισοδυναμεί με παραίτηση ή περιέχει στοιχεία παραίτησης του μισθωτού (π.χ άφεση χρέους) από τις νόμιμες αξιώσεις του σχετικά με τον μισθό, είναι άκυρη.

πηγή: http://www.ergasiaka-gr.net/2016/05/Pote-kataballetai-o-misthos-ston-ergazomeno.html#ixzz4KnfeTau0

ΈΞΩΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης υποβάλλεται σε έξωση από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση, λόγω μη ανταπόκρισής του στις οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του ιδιοκτήτη, εξακολουθεί και υπάρχει η υποχρέωση απασχόλησης των εργαζομένων από τον εργοδότη, δηλαδή οφείλει ο εργοδότης να αποδέχεται τις υπηρεσίες των μισθωτών σύμφωνα με το άρθρο 61 του Ν.4139/2013, διαφορετικά καθίσταται υπερήμερος έναντι των εργαζομένων.
Το συγκεκριμένο φαινόμενο (έξωση εργοδότη) συναντούμε όλο και πιο συχνά στην αγορά εργασίας λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών και της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και αφορά ακόμη και επιχειρήσεις μεγάλου οικονομικού μεγέθους καθώς και επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό καταστημάτων.
Η μη αποδοχή της εργασίας του μισθωτού λόγω της έξωσης, καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο, γεγονός που δημιουργεί την υποχρέωση της καταβολής του μισθού στον εργαζόμενο έστω και αν αυτός δεν απασχολήθηκε.

Ο εργοδότης απαλλάσσεται από την καταβολή μισθού μόνο όταν η μη απασχόληση του μισθωτού οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας (σεισμοί, πλημμύρες, πρωτοφανή φυσικά φαινόμενα, κ.λ.π).
Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, η μη ανταπόκριση του εργοδότη στις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι του ιδιοκτήτη του ακινήτου και η επερχόμενη έξωση δεν αποτελεί ανωτέρα βία.

Στην περίπτωση της υπερημερίας του εργοδότη λόγω μη απασχόλησης του μισθωτού, ο εργαζόμενος ενώ δικαιούται τον μισθό του, δεν υποχρεούται να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του Ν.4139/2013 ο εργαζόμενος παράλληλα με τους μισθούς υπερημερίας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, από τον εργοδότη.

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση της διάταξης, η εργασία αποτελεί κατ’εξοχήν έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες της ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου. Η αξίωση για μισθούς υπερημερίας δεν αρκεί από μόνη της για την προστασία του δικαιώματος της εργασίας. Η αναγνώριση του δικαιώματος για πραγματική απασχόληση εναρμονίζεται καλύτερα με την υποχρέωση πρόνοιας που έχει ο εργοδότης (άρθρο 288 ΑΚ) καθώς και με τη συνταγματική προστασία του δικαιώματος εργασίας (άρθρο 22 Συντ.).

Όσο αφορά τη χορήγηση της κανονικής άδειας στον μισθωτό σε αυτές τις περιπτώσεις μονομερώς, με απόφαση του εργοδότη μέχρι να βρεθεί μια λύση όπως συχνά προβάλλεται ο εν λόγω ισχυρισμός, τονίζουμε ότι η μονομερής χορήγηση κανονικής άδειας στον μισθωτό απαγορεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν 539/1945 και για να προκριθεί η συγκεκριμένη λύση, απαιτείται οπωσδήποτε η συμφωνία του εργαζόμενου.
Σε διαφορετική περίπτωση δεν είναι νόμιμος ο τρόπος χορήγησης της άδειας και οδηγούμαστε στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, στην υπερημερία του εργοδότη.


πηγή: http://www.ergasiaka-gr.net/2016/09/Exosi-toy-ergodoti-Poia-ta-dikaiomata-ton-ergazomenon.html#ixzz4Knbn2je9

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Σύμβαση Εργασίας Ορισμένου Χρόνου Που Συνδέεται με την Εκτέλεση Ενός Έργου

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και λαμβάνοντας υπόψη την Νομολογία των Δικαστηρίων, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας.
Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά τούτος ανήκει στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων.
Συχνά συναντάται η περίπτωση της σύναψης σύμβασης εργασίας μέχρι να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση ενός έργου (κτίριο, δρόμος, γέφυρα, συγκοινωνιακός αστικός άξονας κ.λ.π.). Για να θεωρηθεί ότι η σύμβαση αυτού του είδους είναι ορισμένου χρόνου, θα πρέπει η περάτωση του συγκεκριμένου έργου, να αποτελεί βέβαιο γεγονός που δεν δύναται να αμφισβητηθεί, γιατί μόνο τότε παύει να ισχύει αυτοδίκαια η σύμβαση εργασίας. Επίσης για να υπάρχει σύμβαση ορισμένου χρόνου σύμφωνα με τα παραπάνω, τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της , αφού έχει καταστεί σαφές από την αρχή (και δημιουργηθεί εξαρχής η πεποίθηση κυρίως στον εργαζόμενο), πότε το συγκεκριμένο έργο θεωρείται περατωμένο ως βέβαιο γεγονός.
Έτσι όταν η πορεία του έργου συνδέεται για παράδειγμα με την σταδιακή χρηματοδότησή του, ή την ρευστότητα αποπληρωμής του για κάθε στάδιο κατασκευής ή την ύπαρξη άλλων προϋποθέσεων και διαδικασιών δεν μπορεί σύμφωνα με τα παραπάνω, να θεωρηθεί ότι το έργο αυτό συνδέεται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αλλά αντίθετα με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως ορισμένου χρόνου είναι άκυρος, όπως και κάθε συμφωνία που έχει ως σκοπό να αποστερήσει από τον εργαζόμενο την νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσης.


πηγή: http://www.ergasiaka-gr.net/2016/01/Symbasi-ergasias-orismenoy-xronoy-poy-syndeetai-me-tin-ektelesi-enos-ergoy.html#ixzz41YUfotj7